ανησυχώ

[анисихо] р. беспокоить, тревожить,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανησυχώ" в других словарях:

  • ανησυχώ — ανησυχώ, ανησύχησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανησυχώ — 1. βρίσκομαι σε ανησυχία, σε αγωνία, φοβούμαι 2. μεταδίδω σε κάποιον την ανησυχία μου, τον κάνω να ανησυχεί 3. είμαι αναστατωμένος ή προκαλώ αναστάτωση …   Dictionary of Greek

  • ανησυχώ — ανησύχησα 1. αμτβ., είμαι ανήσυχος, φοβούμαι, αγωνιώ: Ανησυχούσε πολύ για την υγεία του παιδιού της. 2. μτβ., κάνω κάποιον ν ανησυχήσει, ταράζω: Με ανησυχεί η στάση του πατέρα του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδημονώ — (Α αδημονώ, έω) 1. ανησυχώ, ανυπομονώ, αγωνιώ, «κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα» 2. στενοχωριέμαι υπερβολικά, κατέχομαι από άγχος. [ΕΤΥΜΟΛ. Έχουν προταθεί διάφορες ετυμολογίες. Επικρατέστερη φαίνεται εκείνη που ανάγει τη λ. ἀδήμων (απ’ όπου… …   Dictionary of Greek

  • εννοιάζομαι — και γνοιάζομαι και νοιάζομαι (Μ ἐννοιάζομαι) 1. φροντίζω, ενδιαφέρομαι, μεριμνώ 2. υπονοιάζομαι, υποψιάζομαι, αντιλαμβάνομαι μσν. Ι. (ενεργ. και μέσ.) (ἐ)γνοιάζω και (ἐ)γνοιάζομαι 1. φροντίζω, μεριμνώ, ενδιαφέρομαι 2. σκέπτομαι ΙΙ. (μόν. το μέσ.) …   Dictionary of Greek

  • θορυβώ — (ΑΜ θορυβῶ, έω) 1. προκαλώ θόρυβο, κάνω θόρυβο, προξενώ ταραχή 2. προκαλώ σε κάποιον ταραχή και σύγχυση, ταράσσω κάποιον 3. παθ. θορυβούμαι, έομαι ταράσσομαι, συγχύζομαι, καταπλήσσομαι, ανησυχώ νεοελλ. μτφ. προκαλώ την προσοχή τού κόσμου,… …   Dictionary of Greek

  • καλχαίνω — (Α) 1. κάνω κάτι πορφυρό, δίνω σε κάτι πορφυρό χρώμα 2. μτφ. κάνω κάτι σκοτεινό και ταραχώδες σαν την τρικυμιώδη θάλασσα 3. ταράσσω τον νου μου, ανησυχώ, σκέπτομαι ή εξετάζω κάτι κατά βάθος («Δηλοῑς γάρ τι καλχαίνουσ ἔπος», Σοφ.) 4. μτφ. επιθυμώ… …   Dictionary of Greek

  • πορφύρω — Α 1. (για τη θάλασσα) φουσκώνω, αναταράζομαι υπόκωφα, χωρίς να σπάνε τα κύματα (α. «ὡς ὅτε πορφύρῃ πέλαγος μέγα κύματι κωφῷ», Ομ. Ιλ. β. «ὑπὸ στείρῃσι θάλασσα πορφύρει», Άρατ. γ. «δίνῃ πορφύροντα διήνυσαν Ἑλλήσποντον», Απολλ. Ρόδ.) 2. μτφ. (για… …   Dictionary of Greek

  • προκηραίνω — Α αδημονώ, ανησυχώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + κηραίνω (II) «έχω πολλές φροντίδες, ανησυχώ»] …   Dictionary of Greek

  • σκοτίζω — σκότισα, σκοτίστηκα, σκοτισμένος 1. σκοτεινιάζω. 2. ανησυχώ κάποιον, ενοχλώ: Μη με σκοτίζεις άλλο. 3. παθ., ενδιαφέρομαι, ανησυχώ για κάτι: Δε σκοτίζεταιγια τίποτε. 4. θολώνει ο νους μου: Σκοτίστηκε ο νους μου από μίσος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.